Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Η πανίδα της Κερασιάς. Ομιλία Αργυρίου Φτάκα, στην επιστημονική ημερίδα "Κερασιά:ιστορία - παιδεία - πολιτισμός"

Εισαγωγικά
Η ζωή στην ελληνική επαρχία τον 20ό αιώνα όσο και τους προηγούμενους αιώνες παρουσίαζε πλήθος δυσκολιών, τις οποίες ελάχιστα μπόρεσαν να αγγίξουν τα ρομαντικά μυθιστορήματα καθώς ψείρες και ψύλλοι βασάνιζαν το τομάρι ανθρώπων μαζί και ζώων.

Η κινητήρια δύναμη της παραγωγής βασίζονταν στη δύναμη των αροτριώντων ζώων αλλά και στο πείσμα των νοικοκυραίων. Η μετακίνηση ανθρώπων και προϊόντων λάμβανε χώραν μέσα από δύσβατους δρόμους και μονοπάτια ενώ οι ταχύτητες ήταν δέκα έως είκοσι φορές πιο αργές από τις σημερινές.

Κλέφτες και αντάρτες δεν έχαναν την ευκαιρία να απαλλοτριώνουν την τετράποδη και δίποδη περιουσία των χωρικών, οι οποίοι έβαζαν συχνά σε κίνδυνο τη ζωή τους για να την ασφαλίσουν. Τα περιοδικά αυτά δεινά συνόδευε η μόνιμη φορολόγηση και η συχνή επίταξη των ζώων από το κράτος ή τους εκάστοτε κατακτητές.

Άγρια ζώα

Τους προηγούμενους αιώνες άνθρωποι και ζώα είχαν σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ τους καθώς ο άνθρωπος εκμεταλλεύονταν άμεσα τα εξημερωμένα ζώα τα οποία φρόντιζε ο ίδιος. Εκείνα με τη σειρά τους εξυπηρετούσαν τις ανθρώπινες ανάγκες διαβίωσης. Εν αντιθέσει τα άγρια ζώα που θεωρητικά δεν τα φρόντιζε ο άνθρωπος, επωφελούνταν από την παρουσία του και τη δραστηριότητα στην ύπαιθρο, καθώς ο τελευταίος αδυνατούσε να τα σταματήσει αποτελεσματικά. Για την αντιμετώπιση της ψείρας πχ. έπρεπε ο ένας άνθρωπος να ξεψειρίζει τον άλλο. Όσο για τους ψύλλους έπρεπε κανείς να τς έχει καμένοι.

Τα ζώα για να απαλλαχτούν από τα παρασιτικά ζωύφια χρησιμοποιούν τακτικές όπως το ξύσιμο με τα άκρα, το κύλισμα σε κονιορτοποιημένο χώμα ή λάσπη και την κολύμβηση στο νερό. Η αλεπού, ζώο που φημίζεται για την ευφυΐα του κι απαντάται κατά κόρον στην περιοχή της Κερασιάς ως τις μέρες μας, για να απαλλαγεί από τους ψύλλους μαζεύει από τα πουρνάρια στο στόμα της το μαλλί των προβάτων και μπαίνει στο ποτάμι. Βυθίζει το σώμα της στο νερό και κρατά μόνο τη μουσούδα της έξω. Οι ψύλλοι ενοχλημένοι από το νερό (δεν πνίγονται) σκαρφαλώνουν στο μαλλί. Όταν η αλεπού αισθανθεί ότι έφυγαν από το κορμί της, αφήνει το μαλλί να παρασυρθεί από τη ροή του νερού κι έτσι γλιτώνει προσωρινά από τη δυσφορία.

Τα γουρούνια, επίσης έξυπνα ζώα, για να γλυτώσουν από τα παράσιτα και τις υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου, κυλιούνται στη λάσπη.

Οικόσιτα ζώα
Στην Κερασιά σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων της κάθε σπίτι διατηρούσε τουλάχιστον ένα γουρούνι. Από αυτό έπαιρναν κρέας, λίπος για μαγείρεμα και δέρμα για την κατασκευή τσαρουχιών τα οποία χρησιμοποιούσαν στην υπόδηση. Για υπόδηση και ένδυση οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν επίσης το μαλλί των αιγοπροβάτων. Μετά από μια διαδικασία ενεργειών που συνήθως αναλάμβαναν οι γυναίκες (πλύσιμο,  λανάρισμα και γνέσιμο) έπαιρνε τη μορφή κλωστής. Έπειτα από επίπονη εργασία στον αργαλειό οι γυναίκες μεταποιούσαν την κλωστή σε κάπες, βελέντζες, μπουκρόβγια, και κιλίμια.

Τα φσκούνια τα έπλεκαν με βελόνες στο χέρι. Το γίδιο μαλλί επειδή έπαιρνε πιο σφιχτή ύφανση γίνονταν αδιάβροχο το χρησιμοποιούσαν συχνότερα για την κατασκευή κατσιουλιών τα οποία ήταν απαραίτητα για την αντιμετώπιση του ψυχρού και μακρόβιου χειμώνα. Το μειονέκτημα όμως της γιδίσιας κάπας ήταν το βάρος.

Κύρια ασχολία των κατοίκων του χωριού ήταν η κτηνοτροφία και η γεωργία, ενώ δεν παραλείπονταν οι ζωέμποροι και οι ξυλέμποροι που το μήκος βεληνεκούς τους έφτανε ως την Κοζάνη και μακρύτερα. Τα μικρά κοπάδια έβοσκαν στις πέριξ του χωριού περιοχές, ενώ τα μεγαλύτερα ξεχειμώνιαζαν σε νοικιασμένα βοσκοτόπια της Αιανής χαμηλά στον Αλιάκμονα. Κάθε έτος απαγορεύονταν η βοσκή στα μέρη όπου διατηρούσαν οι κάτοικοι δημητριακά μέχρι να θεριστούν.

Η άροση της γης γινόταν με τα βόδια. Λόγου του χαμηλού κέντρου βάρους τους και του κοντόχοντρου λαιμού τους διαθέτουν μεγαλύτερη δύναμη ζεύξης από τα ιπποειδή. Όσοι δεν είχαν βόδια στη διάθεσή τους όργωναν με ημίονους (τα λεγόμενα μπλάρια), τα οποία συνδυάζουν τη δύναμη του αλόγου και το πείσμα του γαϊδάρου. Από το 1944 και μετά άρχισαν οι Κερασιώτες να ζητούν σιδερένια άροτρα, πρώτα όργωναν με ξύλινα.

 Μεταφορικά ζώα
Τα άλογα, αν και δυνατά ζώα, κιοτεύουν εύκολα και για το λόγο αυτό η συνήθης χρήση τους περιορίζονταν μόνο στις μετακινήσεις και την μεταφορά μικρών φορτίων. Τα μπλάρια αντιθέτως επωμίζονταν μεγαλύτερα φορτία γι αυτό ο αριθμός τους ήταν αυξημένος. Από τα αρχεία της Κοινότητας προκύπτει πως το 1940 -43, οι Κερασιώτες μαζί με τους Χτενιώτες και τους Μηλουτνιώτις διέθεταν πέντε αρσενικά άλογα, δεκατέσσερις φοράδες, τρία ταηλιάκια, εικοσιπέντε μπλάρια, 31 γουμάρια, 85 βόδια, 5 αγελάδες, 631 πρόβατα, 848 γίδια και καθόλου γουρούνια. Προφανώς τα τελευταία ή τα είχαν σφάξει ή τα απέκρυψαν για να μην τους τα πάρει ο στρατός αρχικά, οι Γερμανοί μετέπειτα.

Οι Κερασιώτες είχαν την εμπειρία της επίταξης καθώς ο στρατός ήδη από το 1914 ταξινομούσε ζώα και κάρα για να τα χρησιμοποιήσει για πολεμικούς σκοπούς. Το 1940 π.χ. έκρινε πως τρία από τα υπάρχοντα άλογα  του χωριού ήταν ικανά για ίππευση ενώ μόνο ένα από τα μουλάρια ήταν ικανό για φουρτιό. Επίσης 10 ζώα δεν διέθεταν σαμάρι προφανώς λόγω της φτώχειας των κατοίκων. Τα άλογα που βρίσκονταν σε καλή κατάσταση βρίσκονταν στην κατοχή των Καρακούλα Ιωάννη του Νικολάου, Παπαδημητρίου Νικόλαο του Δημητρίου και Τζελαπτσή Παρασκευά του Γεωργίου, ενώ το μπλάρι ανήκε στον Καρακούλα Βασίλειο του Αθανασίου.

Τα υπόλοιπα κρίθηκαν ακατάλληλα λόγου ύψους, γήρατος, ισχνότητας και εγκυμοσύνης.  Το 1941 το σύνολο των μεγάλων ζώων μειώθηκε σε ένα άλογο, πέντε μουλάρια, τριανταέξι βόδια και εφτά γουμάρια. Αν τα υπόλοιπα ψόφησαν, πουλήθηκαν, κλάπηκαν ή επιτάχθηκαν από τους Γερμανούς δεν είναι γνωστό. Πάντως το 1940 στην αλληλογραφία της κοινότητας υπάρχει διάταγμα επίταξης από τους Γερμανούς που αφορά το 20% των μικρών ζώων και το 10% των μεγάλων καθώς και δέσμευση 10 τόνων άχυρου. Δυο χρόνια αργότερα οι Γερμανοί έκοψαν τιμή ανά κιλό κρέατος κοστολογώντας το βοδινό με 2160 δρχ., το χοιρινό με 2400 και το πρόβιο με 960 δρχ.

Η ταξινόμηση των ζώων γινόταν συνήθως στην Αιανή ενώ το 1934 και το 1936 αναφέρεται και η Κερασιά. Το 1936 ο διορισμός για την ταξινόμηση των ζώων από τη δασκάλα του χωριό Μαλαματής Διαμαντή, έργο που πληρωνόταν, είχε προκαλέσει τη διαμαρτυρία του δασκάλου στο ΔΣ Χτενίου που προφανώς θεωρούσε τον εαυτό του πιο κατάλληλο γι αυτή την έξτρα αμειβόμενη εργασία.
Φυσικός και τεχνητός μόχθος

Άλλα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι του χωριού ήταν:

α) οι ακρίδες. Ρήμαζαν τις καλλιέργειες. Διορισμένοι κυνηγοί ακρίδας και αναγκασμένοι με προσωπική εργασία αναφέρονται γραπτά από το 1932, περίοδο που όλος ο νομός είχε κηρυχτεί ακριδόπληκτος και αρουραιόπληκτος.

β) οι λύκοι. Αποδεκάτιζαν τα κοπάδια, αφού το «ντου λύκος» που έσκουζαν οι βοσκοί όταν τους έβλεπαν, δεν τους εξουδετέρωνε. Η κατοχή καλών τσομπανόσκυλων εξυπηρετούσε πολλές φορές την κατάσταση προς όφελος των ιδιοκτητών, καθώς αυτά έβαζαν συχνά το λύκο στο καταπόδι.

γ) οι ληστές. Σε αφήγησή του κάτοικος της Κερασιάς αναφέρει πως Χασιώτες ζωοκλέφτες κατάφεραν να ξεγελάσουν τα σκυλιά, χρησιμοποιώντας ίσως λυκοτόμαρο, και οδήγησαν σημαντικό αριθμό ζώων προς τον πόρο της Καισαριάς. Τελικά το εγχείρημά τους δεν τελεσφόρησε καθώς κάτοικοι του χωριού τους αντιλήφθησαν εγκαίρως και κατάφεραν να ανακτήσουν τα υπεξαιρεμένα  ζώα. Το ίδιο όμως αίσιο τέλος δεν είχαν  και οι περιπτώσεις ζωοκλοπής που υπέστησαν ο Τότσκας Γεώργιος και ο Γκουργκούτας Ζήσης στα τέλη του 19ου αιώνα, καθώς οι ληστές τους λιάντσαν από δαρμόν με αποτέλεσμα αμφότεροι να πεθάνουν από εσωτερική αιμορραγία.

δ) οι αντάρτες. Αναίμακτες ζωοκλοπές μεγάλων ζώων καταγράφτηκαν από τους αντάρτες του ΔΣΕ. Ο Δημήτριος Καρακούλας «ελεηλατήθη υπό συμμοριτών» σύμφωνα με την ορολογία του επίσημου κράτους το 1948 έναν ημίονο, ενώ από τον Ιωάννη Γκουργκούτα πήραν μία φοράδα κι ένα άλογο το 1949. Φαίνεται πως την πρώτη φορά ήθελαν ζώα μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών, ενώ τις επόμενες ζώα για γρήγορη μετακίνηση

Το 1932 ο φόρος βοσκής για τα αιγοπρόβατα  ήταν 4 δραχμές ανά κεφάλι, ενώ για τα μεγάλα ζώα 7.  Ο φόρος των τεσσάρων δραχμών ήταν δυσβάστακτος την περίοδο του χειμώνα γι αυτό αναφέρεται πως ο Αργύριος Μεντελής από το Χτένι ζητούσε μείωση από την κοινότητα δυο χρόνια μετά. Το 1944 ο φόρος βοσκής αυξάνετε κατά 500% και φτάνει τις 20 δρχ. για τα αιγοπρόβατα και τις 40 δρχ. για τα βοοειδή και τα ιπποειδή.

Τον επόμενο χρόνο 1945 ο φόρος διπλασιάστηκε. Τότε οι γραμματείς των κοινοτήτων καλέστηκαν να κυνηγούν τις ακρίδες αμισθί καθώς η δυσχέρεια του κράτους, στην ουσία της λαϊκής μάζας, λόγω του προηγηθέντος πολέμου ήταν περισσότερο από εμφανής.

Όχι μόνον στον πόλεμο αλλά και κατά τη διάρκεια της ειρήνης οι Κερασιώτες δεν τα έβγαζαν εύκολα πέρα. Σε μία δύσκολη εποχή 3 χρόνια μετά το κραχ του 1929 μετά από ένα γερό χτύπημα ακρίδας ζητούσαν επίμονα καλαμπόκι με πίστωση από το κράτος. Αν υποθέσουμε πως την παραγωγή τους τη χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για ταΐσουν τα ζώα τους, τον εαυτό τους και για να εξασφαλίσουν το σπόρο της επόμενης χρονιάς, τότε θα έκαναν πολύ καιρό να αποπληρώσουν το χρέος τους.
Συμπεράσματα

Τα ζώα ταξινομούνταν και καταγράφονταν στις κοινότητες και έτσι το κράτος γνώριζε την αριθμητική κατάστασή τους όχι όμως την υπάρχουσα ή τη φυσική. Οι κάτοικοι πιθανώς δεν δήλωναν τον ακριβή αριθμό των ζώων, αφού δεν πριμοδοτούνταν γι αυτά όπως γινόταν έως πρότινος, ενώ αντίθετα φορολογούνταν ανηλεώς. Κλέφτες, ληστές κι αντάρτες κρατούσαν σε εγρήγορση τους τσέλιγκες που έχαναν ακόμα και τη ζωή τους για να διαφυλάξουν την περιουσία τους.
Για την απόκτηση των λιγοστών αναγκαίων αγαθών έπρεπε να στάξει το κορμί ιδρώτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου